Πίσω στην κούρσα των ανοικτών δεδομένων (open data) έχει μείνει η Ελλάδα την ώρα που οι λοιπές Ευρωπαϊκές χώρες αναπτύσσονται με ταχύτατους ρυθμούς εκμεταλλευόμενες τα άμεσα κι έμμεσα οικονομικά οφέλη που απορρέουν από αυτά.

Τα τελευταία τέσσερα χρόνια η χώρα μας καταγράφει πτώση της βαθμολογίας της στη χρηση ανοικτών δεδομένων - από τις 40,79 μονάδες που ήταν το 2014 στις 38,94 σύμφωνα με το Βαρόμετρο Ανοικτών Δεδομένων (ODB). Η υστέρηση μάλιστα παρατηρείται στις περισσότρες από τις 15 κατηγορίες υποδομών όπως τα γεωγραφικά δεδομένα, τους χάρτες και τα στοιχεία του Κτηματολογίου, τα δεδομένα για τις δημόσιες συμβάσεις, τη νομοθεσία, τις εκλογές, το εμπορικό μητρώο, το περιβάλλον, τα δρομολόγια των μέσων μαζικής μεταφοράς και πολλά άλλα.

Κι όλα αυτά την ώρα που τα ανοιχτά δεδομένα θα μπορούσαν να εισφέρουν στο ελληνικό ΑΕΠ της χώρας μας περί τα 3,2 δισ ευρώ αλλά και να τονώσουν την κατακερματισμένη αγορά εργασίας με 1.000 νέες θέσεις εργασίας μέσα στα επόμενα χρόνια, οι οποίες προϋποθέτουν ποικίλλες δεξιότητες. 

Σύμφωνα με μελέτες, η ειδικότητα του αναλυτή δεδομένων, (data scientist) αναμένεται να παρουσιάσει άνοδο προσλήψεων κατά 49% ενώ η ζήτηση για τον κλάδο των πωλήσεων υπολογίζεται να αυξηθεί κατά 13%. Κατά 11% αναμένεται να αυξηθεί η ειδικότητα των προγραμματιστών, κατά 10% αυτή των ειδικών περιεχομένου ενώ κατά 8% του marketing. Όσο για το εκπαιδευτικό προφίλ μπορεί να περιλαμβάνει τις θετικές επιστήμες, τη μηχανική, τις οικονομικές επιστήμες, την πληροφορική, κατηγορίες δηλαδή στις οποίες η Ελλάδα έχει διαθεσιμότητα ανθρώπινου δυναμικού με ψηφιακές δεξιότητες υψηλού επιπέδου.

Οι παραπάνω προβλέψεις δε, αποτελούν την συντηρητική εκδοχή, αφού πέρα από τις θέσεις εργασίας και την άμεση συνεισφορά στο ΑΕΠ το προγραμματικό άνοιγμα των δεδομένων έχει κι έμμεσα οφέλη, τα οποία σωρευτικά υπολογίζονται στα 12 δισ. μέσα σε πέντε χρόνια.

Αντιστοίχως μεγάλη και δυνητικά αυξανόμενη θα είναι η εισφορά τους και στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συγκεκριμένα υπολογίζεται ότι το μέγεθος της αγοράς ανοικτών δεδομένων θα αυξηθεί κατά 37% μέσα σε δύο χρόνια και θα φτάσει τα 75,7 δισ. ευρώ.

Κι όλα αυτά χωρίς να προστεθούν και τα έμμεσα οικονομικά οφέλη που προκύπτουν από τα νέα αγαθά και υπηρεσίες που δημιουργούνται καθως κι από την εξοικονόμηση χρόνου, την αποτελεσματικότητα στη διοίκηση κι άλλες δυνατότητες και προοπτικές που δημιουργούν τα open data. Το συνολικό μέγεθος της αγοράς υπολογίζοντας δηλαδή άμεσα κι έμμεσα οικονομικά οφέλη για την περίπτωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκτιμάται στα 1,2 τρισ. ευρώ.

Ήδη σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες τα δεδομένα που έχουν στη διάθεσή τους μηχανικοί εφαρμογών έχουν ανοίξει με συστηματικό τρόπο και έχουν αναβαθμίσει την ποιότητα διαφόρων πτυχών της ζωής των κατοίκων. Μεταφορές, ασφάλεια, ενεργειακή εξοικονόμιση κι εκπαίδευση αποτελούν μόνο μερικές από αυτές.

Και όπως ήταν αναμενόμενο χώρες ανταγωνιστικές της Ελλάδας, συγκεντρώνουν πολύ καλύτερη βαθμολόγηση στη χρήση open data. H Ιρλανδία έχει βαθμολόγηση ODB: 47,4, η Σλοβακία (44,9) η Πορτογαλία (41,9), η Ιταλία (55,9), το Ισραήλ (46,3) προχωρώντας με πολύ ταχύτερους ρυθμούς στην αξιοποίηση τέτοιου είδους δυνατοτήτων.

Όσο για το τι χρειάζεται η Ελλάδα για να μπορέσει να εκμεταλλευτεί τα οφέλη που απορρέουν φορείς και ειδικοί του κλάδου συνομωλογούν πως απαιτούνται ρεαλιστικά βήματα και σαφή στρατηγική για την ανοιχτή διάθεση της πληροφορίας και την αναβάθμιση των συστημάτων προστασίας και ασφάλειας των προσωπικών δεδομένων που έχει στη διάθεσή του το ελληνικό κράτος από κυβερνοαπειλές.