Σημαντικές παρενέργειες για τις ελληνικές εξαγωγικές και εισαγωγικές επιχειρήσεις δημιουργεί η παράταση του μέτρου εξαίρεσης της Ελλάδας από τον κατάλογο των χωρών με εμπορεύσιμους κινδύνους.

Παρά τις συνεχείς παρεμβάσεις του Συνδέσμου Εξαγωγέων , η Ελλάδα συνεχίζει να εξαιρείται από τον κατάλογο των χωρών με εμπορεύσιμους κινδύνους μέχρι και τις 31 Δεκεμβρίου 2018.

Η συνεχιζόμενη εξαίρεση της Ελλάδας από τη λίστα των «Εμπορεύσιμων Χωρών» (χώρες ΟΟΣΑ) σημαίνει ότι Ελλάδα συνεχίζει να θεωρείται «Μη εμπορεύσιμος» Κίνδυνος, οπότε οι εξαγωγείς των χωρών μελών της Ε.Ε. μπορούν να ασφαλίζουν τις βραχυπρόθεσμες εξαγωγικές πιστώσεις προς Έλληνες εισαγωγείς με 100% αντασφάλιση που παρέχεται από τα Υπουργεία των αντίστοιχων χωρών-μελών της ΕΕ , δηλαδή με εγγύηση του Δημοσίου.

Ωστόσο το αποτέλεσμα της εξαίρεσης αυτής είναι ότι  πολλοί Έλληνες εισαγωγείς υποχρεούνται να προκαταβάλουν την αξία των προϊόντων που εισάγουν, γεγονός που δυσχεραίνει τη ρευστότητά τους, η οποία είναι ήδη βεβαρημένη από την δυσκολία πρόσβασης σε χρηματοδότηση από το εγχώριο τραπεζικό σύστημα. Το πρόβλημα αυτό αντιμετωπιζουν και  μεγάλες ελληνικές εξαγωγικές επιχειρήσεις, οι οποίες χρησιμοποιούν εισαγόμενες πρώτες ύλες και χωρίς την προπληρωμή αυτών δεν μπορούν να τις εισάγουν .Έτσι αναγκάζονται να πληρώνουν σε μετρητά το οποίο καλύπτουν μετά την πώληση των προϊόντων τους, στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό, και την είσπραξη των αντίστοιχων απαιτήσεων σε μια περίοδο που μπορεί να φθάνει και τους έξι μήνες.

Από τον περασμένο Μάρτιο ο

ΣΕΒΕ με παρέμβαση του προς τον Αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης Γιάννη Δραγασάκη ,στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης που πραγματοποίησε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την επανεκτίμηση της κατάστασης,  ζήτησε την παρέμβαση της ελληνικής κυβέρνησης καθώς εκτιμά ότι θα πρέπει να διαπραγματευθεί ώστε η Ελλάδα να γίνει πάλι ασφαλίσιμη, να επανέλθει στις εμπορεύσιμες χώρες και να αποκατασταθεί πλήρως η ασφαλιστική κάλυψη πιστώσεων προς Ελλάδα από το σύνολο των ασφαλιστικών φορέων των χωρών μελών.

Σύμφωνα με το ΣΕΒΕ παρά την ύφεση, υπάρχουν υγιείς και δυναμικές ελληνικές επιχειρήσεις που συνεχίζουν τη δραστηριότητά τους και θα πρέπει να μην αποκλείονται εκ προοιμίου και χωρίς έλεγχο του καλού ιστορικού τους από την κάλυψη πελατών τους, με επιπτώσεις που προαναφέρθηκαν. Συχνές μάλιστα είναι οι περιπτώσεις στις οποίες κλονίζονται χρόνιες εμπορικές σχέσεις Ελλήνων με προμηθευτές τους στο εξωτερικό, οι οποίοι, εκμεταλλευόμενοι τη γενικότερη οικονομική κατάσταση της χώρας, απαιτούν την εξόφλησή τους σε μετρητά ή με προσκόμιση εγγυητικής επιστολής καλής πληρωμής και μάλιστα προκαταβολικά, αν και δεν υφίσταται πρόβλημα φερεγγυότητας και αξιοπιστίας της συγκεκριμένης ελληνικής επιχείρησης.