Η επίθεση κατά του ανθρώπου που, μέσα στους τόσους «προοδευτικούς», μπορεί να διεκδικήσει πραγματικά τον τίτλο του προοδευτικού χωρίς εισαγωγικά, του ανθρώπου εκφραστή της ανοικτής και ορθολογικής κοινωνίας, του δήμαρχου Γ. Μπουτάρη, μαζί με την πρόταση για την Ιλιντέσκα Δημοκρατία  της Μακεδονίας μπορεί να φαίνονται δυο άσχετα μεταξύ τους γεγονότα, αλλά δεν είναι. Και στις δυο περιπτώσεις αναδεικνύονται με ανάγλυφο τρόπο μερικές από τις αδυναμίες του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού και της δημοκρατίας του.

Στην πρώτη περίπτωση, η βία που ασκήθηκε κατά του Γ. Μπουτάρη ανοήτως αποδίδεται από μερικούς εξολοκλήρου στον ΣΥΡΙΖΑ. Αν ήταν έτσι με την πιθανή  στρατηγική του ήττα θα γλυτώναμε και από το φαινόμενο. Δεν είναι όμως τόσο απλά τα πράγματα. Είναι πασιφανές ότι ο ΣΥΡΙΖΑ εκμεταλλεύτηκε και χρησιμοποίησε εργαλειακά τους αγανακτισμένους- ό,τι χειρότερο έχει παραχθεί στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια- αλλά δεν τους γέννησε. Αν έπρεπε να δώσω ένα όνομα σ’ αυτό που ήταν οι  «αγανακτισμένοι», είναι ο όρος Κίνημα κατά της πραγματικότητας. Το κυρίαρχο κίνημα στη χώρα μας,ever. Από την άλλη αλγεινή εντύπωση, αλλά όχι και έκπληξη, προκάλεσε η προσπάθεια του «σοσιαλδημοκράτη» κ. Τσίπρα να αποδώσει τις ευθύνες στη ΝΔ. Μα τόση εμπάθεια;

Οι «αγανακτισμένοι» πάντως προϋπήρχαν και ανέμεναν τις κατάλληλες συνθήκες να δράσουν. Τους είχε γεννήσει ο ελληνικός εθνικισμός και αντιδιαφωτισμός, οι φωνές της ανώτατης Ιεραρχίας μας, η απήχηση των συνωμοσιολογικών θεωριών, η περιφρόνηση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και του κοινοβουλευτισμού, η δημοψηφισματολαγνεία της «άμεσης δημοκρατίας», η μυστικιστική ρωσοφιλία, το αντιδυτικό πνεύμα, οι «μεγαλειώδεις» συγκεντρώσεις κατά των νέων ταυτοτήτων,  η ωραιοποίηση και η ηρωοποίηση όλων των στιγμών της ιστορίας μας. Την τελευταία απομυθοποιεί ο Μπουτάρης και γίνεται στόχος επιθέσεων.

Μετά την αηδιαστική επίθεση (όχι απλά το περιστατικό) υπήρξε πληθώρα άρθρων που μας θύμισαν τι έχει γίνει από την πρώτη επίθεση στον Κωστή Χατζηδάκη μέχρι την τελευταία στον Μπουτάρη. Προχειρότητες. Αυτό δεν αρκεί. Ούτε η κοινοτοπία: «Καταδικάζω τη βία απ’ όπου και αν προέρχεται». Η καταδίκη της βίας στις δημοκρατίες, στο σύστημα όπου μπορείς να αλλάξεις την κυβέρνησή σου χωρίς να προσφύγεις σε αιματοχυσία (Καρλ Πόππερ), είναι αυτονόητη. Αλλά η καταδίκη της βίας που αναζητά τις αιτίες στην επιφάνεια των πραγμάτων (κάποιοι στον ΣΥΡΙΖΑ και κάποιοι άλλοι στη ΝΔ) και όχι στην ιστορική διαδρομή της χώρας μας, δεν κάνει τίποτα άλλο από να ηρωοποιεί σε μεγάλα τμήματα της κοινωνίας των πολιτών, έτι περαιτέρω, τα έργα των φασιστοειδών που επιτέθηκαν στον Μπουτάρη, την «soft» βία των Ρουβίκωνων» και στο βάθος, ξανά μανά, τη δολοφονική βία των Κουφοντίνων.

Η ελληνική κοινωνία σαν όλες τις κοινωνίες συγκροτήθηκε ως κοινωνικός σχηματισμός περνώντας από το στάδιο του εξωτερικού καταναγκασμού, που ασκείται από το κράτος για την αποτροπή της διαπροσωπικής βίας. Αυτό όμως το στάδιο στη Δυτική Ευρώπη συνοδευόταν από μια παράλληλη κίνηση. Αυτή του λεγόμενου εσωτερικού καταναγκασμού. Σύμφωνα με αυτόν τον εσωτερικό καταναγκασμό η καλή συμπεριφορά, η ευγένεια, η χρήση του πληθυντικού η απόρριψη της βίας, επιβάλλονται ως εσωτερικός και όχι ως  εξωτερικός κανόνας.

Η ελληνική κοινωνία για λόγους που δεν γίνεται εδώ να περιγραφούν, παρέμεινε μετέωρη μεταξύ του σταδίου του εξωτερικού και του εσωτερικού καταναγκασμού. Σε μια τέτοια μετέωρη κατάσταση η καταδίκη της βίας δεν θεωρείται εσωτερική ατομική επιταγή, αλλά αναζητείται μόνο στη λειτουργία του κράτους ως εξωτερικού θεσμού της νόμιμης οργανωμένης βίας. Τι έκαναν οι αστυνομικοί που ήσαν δίπλα στον δήμαρχο; Ρωτούν πολλοί. Τι έκαναν όμως οι ίδιοι οι παρευρισκόμενοι πολίτες; Δεν ρωτούν. Και θα περάσει πολύ καιρός να ρωτήσουν. Όχι απλά γιατί μια τέτοια ερώτηση έχει πολιτικό κόστος, αλλά και γιατί μια τέτοια ερώτηση δεν είναι στο «DNA» του τρόπου με τον οποίο διεξάγεται στη χώρα μας ο δημόσιος διάλογος. Για όλα φταιν  οι πολιτικοί, οι πολίτες ποτέ.

Στη δεύτερη περίπτωση, του «Μακεδονικού», μόνο δυο λόγια. Είχαμε εδώ μια επιβεβαίωση του πόσο επικίνδυνη είναι η άγνοια της ιστορίας. Αυτό το ήξερε και ο κ. Ζάεφ. Γι’ αυτό και έκανε μια πρόταση που δεν θα μπορούσε κανείς σοβαρός πολιτικός, πόσο μάλλον πρωθυπουργός, να μη γελάσει ειρωνικά όταν του την πρότειναν. Το Ίλιντεν, τώρα γνωστό στους πάντες, γιορτάζεται ως εθνική γιορτή στη χώρα δίχως όνομα, αλλά και στη Βουλγαρία. Η ιστορία της περιοχής είναι πολύπλοκο φαινόμενο. Για παράδειγμα πρωτεργάτης αυτής της εξέγερσης, ο οποίος δολοφονήθηκε ενάμιση μήνα πριν το Ίλιντεν, ήταν ο επαναστάτης σοσιαλιστής αλλά και εθνικιστής Γκότσε Ντέλτσεφ, καταγόμενος από το Κιλκίς και διεκδικούμενος ως εθνικός ήρωας τόσο από την ΠΓΔΜ όσο και από τη Βουλγαρία. Το Ίλιντεν αποτελεί ιστορικό στοιχείο της εθνικής ταυτότητας των κατοίκων και των δυο χωρών, αλλά και στοιχείο της εθνικής τους «μυθολογίας». Κάτι σαν τα δικά μας Αγία Λαύρα, Κούγκι, Μεσολόγγι, χάνι της Γραφιάς, καταστροφή των Ψαρών κλπ. Σαν να διεκδικούσαμε εμείς να ονομαζόμαστε Δημοκρατία της Ελλάδας των Ψαρών.

Αρχικά μερικοί νόμιζαν ότι αφού δεν αντέδρασε ο πρωθυπουργός μας θα αντιδρούσε η Βουλγαρία. Νομίζω όμως ότι ορισμένοι βουλγαρικοί εθνικιστικοί κύκλοι διέκριναν την ευκαιρία για ένα διπλό, εκ μέρους τους, αλυτρωτισμό. Τόσο προς την Ελλάδα όσο και προς την ΠΓΔΜ. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει πώς πρέπει να σταματήσουν οι προσπάθειες για συμβιβασμό στο όνομα με την ακατανόμαστη χώρα. Το αντίθετο. Υποστηρίζω αυτό τον συμβιβασμό από το 1993, υπογράφοντας τότε το κείμενο του ονομαζόμενου τότε «Μετώπου Λογικής» με τίτλο «Μόνο η ελληνική Μακεδονία είναι ελληνική». Άλλο όμως αυτό και άλλο αυτός ο συμβιβασμός να ανατεθεί σε ανθρώπους που ούτε γνωρίζουν ούτε καταλαβαίνουν τίποτα άλλο εκτός από τις ιδεοληψίες τους. Και αν.

Απλώς με εκπλήσσει που ακόμη και σήμερα κάποιοι, από την αντιπολίτευση, επιμένουν στο ότι αυτό το όνομα δεν είναι αλυτρωτικό. Είμαι υποχρεωμένος να αποκαλύψω ότι γι’ αυτό φταίει ο Ευάγγελος Βενιζέλος. Βγήκε και είπε ότι «εδώ έχουμε την επιτομή του αλυτρωτισμού». Αν δεν το είχε πει, ίσως να μην επέμεναν, μερικοί που δεν θέλουν με τίποτα και για τίποτα να συμφωνήσουν μαζί του. Η πρόταση Ζάεφ αποκάλυψε όχι τον κίνδυνο να μας κοροϊδέψουν. Αυτός αποφευχθεί. Αλλά τον κίνδυνο να συνεχιστεί, χωρίς να βρει καμία μαζική αντίδραση  στη χώρα μας, αυτό το πανηγύρι της βίας και της αμάθειας.