Μένοντας στην Κυψέλη, όπου δεν υπάρχει ακόμα μετρό, κυκλοφορώ στην πόλη με λεωφορεία και τρόλεϊ.

Πριν μερικούς μήνες, όταν ίσχυε ακόμα το παλιό εισιτήριο, πολλοί επιβάτες δεν ακύρωναν στη μηχανή, υπήρχε όμως η βάσιμη πεποίθηση ότι πιθανό να διέθεταν κάρτα πολλαπλών διαδρομών, που δεν χρειαζόταν να μπαίνει στο ακυρωτικό μηχάνημα. Αυτό επιβεβαιωνόταν ενίοτε και από τους σποραδικούς ελέγχους που διενεργούντο, κατά τους οποίους λίγοι μόνο επιβάτες πιάνονταν χωρίς εισιτήριο. Βεβαίως είχαμε τις προπηλακίσεις των ελεγκτών από το κίνημα δεν πληρώνω που ευαγγελιζόταν ελεύθερες μεταφορές για όλους, χωρίς να νοιάζεται για το κόστος των συγκοινωνιών που πλήρωναν τελικά οι νομοταγείς επιβάτες. Αυτοί παρέμεναν οι αφανείς χρηματοδότες των αστικών συγκοινωνιών, παρά το δήθεν επαναστατικό μένος κάθε λογής τζαμπατζήδων.

Με το ηλεκτρονικό εισιτήριο που χρειάζεται τώρα να εμφανίζεται στο μηχάνημα σε κάθε μετακίνηση και μετεπιβίβαση, τα πράγματα έχουν γίνει πολύ χειρότερα. Είναι πλέον φανερό ότι το 90% των επιβατών δεν χρησιμοποιούν εισιτήριο. Ο χαρακτηριστικός ήχος της ηλεκτρονικής μηχανής ακούγεται σπανιότατα, ενώ η παράλληλη ανυπαρξία ελέγχου οδηγεί όλο και περισσότερους επιβάτες σε παραβατική συμπεριφορά. Ακόμα και όσοι, όπως και εγώ, εξακολουθούμε να πληρώνουμε, σε λίγο θα μπούμε στον πειρασμό να ακολουθήσουμε την συντριπτική πλειοψηφία, η οποία μάλιστα μας κοιτάζει με έντονη περιέργεια όταν χρησιμοποιούμε το μηχάνημα. «Να δεις που  κάποτε θα μας πούνε και μαλάκες», όπως λέει το τραγούδι. Είναι επίσης διασκεδαστικό ότι πρόσφατα και ανά πεντάλεπτο μία ελαφρώς ένρινη γυναικεία φωνή παρακαλεί τους επιβάτες να μην πετούν το ηλεκτρονικό εισιτήριο, αλλά να το επαναφορτίζουν εξοικονομώντας χρόνο και προστατεύοντας το περιβάλλον. Η προτροπή αυτή εμφανίζεται διπλά ανεδαφική, διότι αφενός μεν οι περισσότεροι δεν διαθέτουν καν εισιτήριο, αλλά ακόμα και αν διέθεταν και ήθελαν να το επαναφορτίσουν θα έπρεπε να πάνε στα ελάχιστα σημεία, όπου αυτό είναι δυνατό, χάνοντας πάρα πολύ χρόνο, αφού σε καμία στάση των μέσων επιφανείας δεν υφίσταται μηχάνημα επαναφορτισμού.

Έχοντας ζήσει πολλά χρόνια στο εξωτερικό, γνωρίζω ότι ο ενδεδειγμένος τρόπος αντιμετώπισης του ζητήματος είναι να γίνεται η επιβίβαση μόνο από τις μπροστινές πόρτες, όπου ο οδηγός παρακολουθεί την ακύρωση των εισιτηρίων και δίνει μάλιστα εισιτήρια σε όσους δεν έχουν. Στην Ελλάδα, αυτό συμβαίνει μόνο στα λεωφορεία που οδηγούν στο αεροδρόμιο, ίσως για να μην αισθάνονται οι τουρίστες ότι βρίσκονται στην Αφρική. Στην Ελλάδα βέβαια, όπου τα λεωφορεία και τα τρόλεϊ είναι λίγα, περνούν –πολλές φορές- κάθε μισή ώρα και είναι υπερφορτωμένα, κάτι τέτοιο δεν είναι εύκολο. Όλοι εδώ έχουν συνηθίσει να μπουκάρουν σε όλες τις πόρτες, ενώ και οι οδηγοί αρνούνται να παίξουν και το ρόλο του ελεγκτή. Παρά ταύτα, αν το σύστημα εφαρμοζόταν, θα έκανε τους τζαμπατζήδες ορατούς, πράγμα που θα μπορούσε προοπτικά να παίξει έναν ανασχετικό ρόλο. Από την άλλη μεριά, δεν θέλω καν να προβλέψω τι θα συμβεί αν εμφανιστούν ελεγκτές με ηλεκτρονικά μηχανάκια προκειμένου να δουν αν και πότε ακυρώθηκε το ηλεκτρονικό εισιτήριο. Το κίνημα των ελευθέρων μετακινήσεων καραδοκεί.

Σο μετρό, οι μπάρες ίσως λύσουν το πρόβλημα, αν καταφέρουν όμως να επιζήσουν της καταστροφικής μανίας των μπαχαλάκηδων και αν το υπουργείο του κου Σπίρτζη δεήσει να τις ενεργοποιήσει κάποια στιγμή. Παρεμπιπτόντως αυτό θα άρχιζε να γίνεται προχθές, ημέρα ακριβώς που επέλεξε κάποιο συνδικάτο για να πραγματοποιήσει προειδοποιητική απεργία για άσχετους λόγους. Καραμπινάτη περίπτωση παράνομης και καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της απεργίας, που η διοίκηση δεν έστερξε να καταγγείλει στη δικαιοσύνη, πράγμα που δημιουργεί εύλογες υποψίες για τις προθέσεις, όχι μόνο μιας μειοψηφίας εργαζομένων, αλλά και των ίδιων των εργοδοτών. Άλλωστε, ο κ. Σπίρτζης έχει επανειλημμένα εκφράσει δημόσια την συμπάθειά του για το κίνημα «δεν πληρώνω», του οποίου υπήρξε μάλιστα εξέχον μέλος όταν ήταν στην αντιπολίτευση.

Κατόπιν όλων αυτών, είμαι πεπεισμένος ότι οι αστικές συγκοινωνίες οδεύουν σε οικονομικό αδιέξοδο και προοπτικά σε πτώχευση, που μπορεί να πυροδοτήσει ακόμα και αναστολή και παύση της λειτουργίας τους. Και απορώ, πώς αυτό που καταλαβαίνω εγώ, ο οποίος διαθέτω εν τέλει και ένα μικρό ιδιωτικό αυτοκίνητο, δεν το καταλαβαίνουν εκείνοι των οποίων η ίδια η ζωή εξαρτάται από την απρόσκοπτη λειτουργίας των ΜΜΜ. Ουσιαστικά, πριονίζουν το κλαδί πάνω στο οποίο κάθονται. Στην Ελλάδα όμως, ιδίως των τελευταίων ετών της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, έχει επικρατήσει μια διάχυτη ανομία, που υποστηρίζεται και επεκτείνεται από την ανοχή που δείχνει η εξουσία απέναντί της. Έχει επικρατήσει αυτό που η Χάνα Άρεντ αποκαλούσε «εξοικείωση με το κακό» (banalisation du mal), η κατάσταση δηλαδή που εγκαθιστά την παραβατικότητα και την ανομία στην καθημερινότητα των πολιτών, με αποτέλεσμα να την αισθάνονται τελικά ως κάτι φυσιολογικό, ως κάτι που συνέβαινε πάντοτε και δεν μπορεί να αλλάξει.

Αυτά που περιγράφω, φοβάμαι ότι αποτελούν ένα δείγμα εξάντλησης της αντοχής των θεσμών και των πολιτών. Θέλω να πιστεύω βέβαια ότι η κοινωνία και τα πολιτικά κόμματα θα βρουν τα αποθέματα αντίστασης που θα επιτρέψουν την αναστροφή της κατάστασης. Αν όμως η αντιστασιακή τους διάθεση έχει πράγματι στερέψει και η εξοικείωση με το κακό έχει πλήρως επικρατήσει, τότε αλλοίμονό μας!...