Newsletter Final List

Ενημερωθείτε για τα τελευταία νέα μας!

Εγγραφή στο Newsletter Final List feed
07 ΔΕΚ 2017 | 00:00

Η «δύσκολη» Τουρκία

Η «δύσκολη» Τουρκία - Κεντρική Εικόνα/Video

Η Ελλάδα πρωτοστάτησε το 1999, με την κυβέρνηση Κώστα Σημίτη (με τη διαδικασία που αποφάσισε η Ε.Ε. στο Ελσίνκι το 1999), στο άνοιγμα της ευρωπαϊκής προοπτικής της Τουρκίας, γιατί πιστεύει πραγματικά πως αυτό είναι επωφελές για όλους, για την Ε.Ε., για την Τουρκία, για την ευρύτερη περιοχή και για τις διμερείς σχέσεις.

Μόνο η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να είναι ο καταλύτης για καθοριστικές αλλαγές στην Τουρκία. Όμως, η Τουρκία, όπως και όλες οι υποψήφιες χώρες, πρέπει να αποδείξει έμπρακτα ότι είναι έτοιμη να ασπαστεί τις αρχές και τις αξίες στις οποίες στηρίζεται το ευρωπαϊκό οικοδόμημα και να υιοθετήσει πλήρως το ευρωπα­ϊκό κεκτημένο.

Οι εξελίξεις του Ιουλίου του 2016 έδειξαν πως η Τουρκία έχει πολύ δρόμο να διανύσει προκειμένου να συναντήσει το κοινό Ευρωπαϊκό Σπίτι.

Ήδη από το 2007, όταν ο Σαρκοζί κατάφερε να αλλάξει την ευρωπαϊκή ατζέντα στο θέμα της  ευρωπαϊκής προοπτικής της Τουρκίας, η ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας προχωρούσε πλέον με πολύ αργά βήματα. Αυτό οφείλεται σε τρεις κυρίως λόγους: στις εσωτερικές διεργασίες στην Τουρκία, στις διαφωνίες που εμφανίζουν ορισμένα μεγάλα κράτη-μέλη της Ε.Ε. και στο κυπρι­ακό πρόβλημα.

Η πρόοδος στον δρόμο της επίλυσης του Κυπριακού θα μπορούσε να βελ­τιώσει αισθητά την ατμόσφαιρα των ελληνοτουρκικών σχέσεων στο Αιγαίο, όπως και η πρόοδος στον δρόμο της διευθέτησης του προβλήματος της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου θα έχει ευεργετικές επιδράσεις στο κλίμα των σχέσεων των δύο κοινοτήτων στην Κύπρο.[1]

Μια από τις κομβικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει  σήμερα η ΕΕ είναι η πορεία των ευρωτουρκικών σχέσεων.

Μια «δύσκολη» Τουρκία, λόγω της κατάστασης στο εσωτερικό του στρατού της μετά το πραξικόπημα, με πολλά ανοικτά μέτωπα (Συρία, Κουρδικό) σε μια περίπλοκη διεθνή συγκυρία, βλέπει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να ζητά από την Επιτροπή την αναστολή των διαπραγματεύσεων Τουρκίας-ΕΕ λόγω των υπερβολικών μέτρων καταστολής που λαμβάνει συνεχώς η Άγκυρα ύστερα από το πραξικόπημα.

Βλέπει κυρίως τη Γερμανία να αντιτίθεται στο άνοιγμα νέων κεφαλαίων, και να αποσύρει τις στρατιωτικές δυνάμεις της από το Ιντσιρλίκ τις οποίες μεταφέρει στην Ιορδανία.

Εδώ υπάρχει ο κίνδυνος να προσανατολιστούν οι διαπραγματεύσεις με την Τουρκία σε μια διευρυμένη τελωνειακή ένωση με την ΕΕ. Ένα τέτοιο σενάριο έχει πολλά θετικά για την Τουρκία και τις μεγάλες οικονομίες της ΕΕ και κανένα για εμάς. Προσοχή λοιπόν!

Όπως το έχει υπογραμμίσει εύστοχα ο Ευάγγελος Βενιζέλος,[2] δεν πρέπει να ξεχνάμε πως μια από τις σταθερές της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής είναι η αποφυγή των εντάσεων  με την Τουρκία παρότι η μεταπολίτευση έχει γεννηθεί μέσα από τη μήτρα της μείζονος έντασης με την Τουρκία, της απόλυτης στρατιωτικής κρίσης του 1974 και της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο.

Με την Τουρκία έχουμε κοινή παρουσία και μοιραζόμαστε κοινά συμφέροντα σε περιοχές όπως η Μέση Ανατολή, τα Βαλκάνια και η περιοχή της Μαύρης Θάλασσας και του Καυκάσου.

Το δυναμικό της ευρύτερης περιοχής  είναι τεράστιο. Όμως, ακόμα μεγαλύτερη είναι η δυναμική που μαζί μπορούμε να δημιουργήσουμε, εάν καταφέρουμε να βάλουμε τις σχέσεις μας σε μια νέα και δημιουργική βάση, συνεργασίας και αλληλοσεβασμού.

Προς αυτή την κατεύθυνση, έχουμε ανάγκη από έναν εξωστρεφή πατριωτισμό που δεν φοβάται την ενίσχυση της ευρωπαϊκής ενοποίησης, η οποία ενισχύει το εθνικό συμφέρον σε αντίθεση με τον εσωστρεφή, τοξικό και φοβικό πατριωτισμό που θέλει την Ελλάδα περιθωριοποιημένη από το ευρωπαϊκό σχέδιο.

 

[1] Θεόδωρος Κουλουμπής, Διεθνείς Σχέσεις. Ισχύς και Δικαιοσύνη, Β' έκδοση, Παπαζήσης, Αθήνα 2008, σ. 615.

[2] Ε. Βενιζέλος «Η δοκιμασία των μεταπολιτευτικών σταθερών της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας», στο Η Ελλάδα στον Κόσμο. Νέες προκλήσεις για την ελληνική εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφάλειας, Εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2017.

Best of Internet