Newsletter Final List

Ενημερωθείτε για τα τελευταία νέα μας!

Εγγραφή στο Newsletter Final List feed
19 ΙΟΥΝ 2017 | 00:00

Η συμφωνία του Eurogroup: Το ελληνικό σίριαλ συνεχίζεται

Η συμφωνία του Eurogroup: Το ελληνικό σίριαλ συνεχίζεται - Κεντρική Εικόνα/Video

Η συμφωνία του Eurogroup της 14/6/2017 εμπεριέχει ένα θετικό στοιχείο αλλά και πολλά στοιχεία προβληματισμού. Το θετικό στοιχείο είναι ότι αποφεύχθηκε μια επανάληψη του καλοκαιριού του 2015. Το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης και η απελευθέρωση της δόσης των 8.5 δις επιτρέπει την αποπληρωμή των ελληνικών ομολόγων που βρίσκονται στην κατοχή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), αξίας 6.9 δις, που λήγουν τον Ιούλιο. Αποτυχία της Ελλάδας να αποπληρώσει αυτά τα ομόλογα θα ακύρωνε στην πράξη το τρίτο ελληνικό πρόγραμμα και θα επανέφερε άμεσα το ερώτημα του GREXIT. Η εξάλειψη αυτού του ακραίου αρνητικού σεναρίου εξορισμού βελτιώνει τις οικονομικές προσδοκίες για το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα. Η βελτίωση αυτή, σε συνδυασμό αφενός με το ότι το δεύτερο εξάμηνο είναι παραδοσιακά (λόγω τουρισμού) το καλό εξάμηνο της ελληνικής οικονομίας, αφετέρου ότι η δόση των 8.5 ευρώ επιτρέπει την μείωση των οφειλών του δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα (3.9 δις σήμερα), λειτουργεί ενισχυτικά για τις συνθήκες ζήτησης και αυξάνει τις πιθανότητες καταγραφής θετικών ρυθμών ανάπτυξης τα τελευταία δύο τρίμηνα του 2017.

Η βελτίωση των συνθηκών ζήτησης ως αποτέλεσμα της ολοκλήρωσης της δεύτερης αξιολόγησης ήταν εξαρχής δεδομένη. Η κατά περίπου ένα χρόνο καθυστέρηση στην ολοκλήρωσή της, σε μεγάλο βαθμό με επιλογή της ελληνικής κυβέρνησης, ενέτεινε το κλίμα αβεβαιότητας την οποία η οικονομία πλήρωσε, κατά γενική ομολογία, με κόστος ανάπτυξης. Υπήρξε κάποιο κέρδος που να αντισταθμίζει το κόστος αυτό; Η απάντηση είναι αρνητική. Επιπρόσθετα στα εκτεταμένα φορολογικά, συνταξιοδοτικά και ασφαλιστικά μέτρα που έχουν ληφθεί από το καλοκαίρι του 2015,η ελληνική κυβέρνηση δεσμεύτηκε σε νέα μείωση συντάξεων και αφορολόγητου που, αρχής γενομένης από το 2018/19, θα μειώσουν σημαντικά τα διαθέσιμα εισοδήματα. Η μείωση αυτή είναι σε σημαντικό βαθμό απότοκο του κόστους ανάπτυξης που δημιούργησε η καθυστέρηση στο κλείσιμο της αξιολόγησης. Παράλληλα, η κυβέρνηση, σαν αποτέλεσμα της έλλειψης αναπτυξιακής δυναμικής που παρατηρείται από το 2015, δεσμεύτηκε στο ιδιαίτερα υψηλό (με βάση τη διεθνή εμπειρία) πρωτογενές πλεόνασμα της τάξης του 3.5% μέχρι και το 2022και σε πρωτογενή πλεονάσματα 2% από το 2023 μέχρι το 2060. Συμπερασματικά, η συμφωνία δημιουργεί ένα υπερβολικά περιοριστικό πλαίσιο δημοσιονομικής πολιτικής, το οποίο πέρα από την προφανή αρνητική του επίπτωση στις μεσοπρόθεσμες συνθήκες ζήτησης εγείρει (στην απουσία αναπτυξιακής δυναμικής) σημαντικά ερωτήματα αναφορικά με το βαθμό ρεαλισμού, και κατ’ επέκταση, αξιοπιστίας, των δημοσιονομικών στόχων που θέτει. Η αξιοπιστία αυτή θα ελεγχθεί από τις αγορές όταν και εάν η Ελλάδα επιχειρήσει αυτόνομη και πλήρη χρηματοδότηση του χρέους της από  τις αγορές.

Περιλαμβάνει η συμφωνία ουσιαστική πρόοδο στο θέμα ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους, ικανή να μειώσει την αβεβαιότητα που περιβάλλει σήμερα το μέλλον της ελληνικής οικονομίας και να μετριάσει το δημοσιονομικό αποτέλεσμα των περιοριστικών μέτρων που αναφέρθηκαν παραπάνω; Η απάντηση είναι και πάλι αρνητική.  Ενώ τα μέτρα είναι σαφή, ποσοτικά απολύτως προσδιορισμένα και δεσμευτικά, στο θέμα της ελάφρυνσης χρέους η συμφωνία είναι ομιχλώδης. Η συμφωνία απαριθμεί όλους τους πιθανούς, και γνωστούς εδώ και καιρό τρόπους, μέσα από τους οποίους μπορεί να προκύψει ελάφρυνση του ελληνικού χρέους, χωρίς να δεσμεύεται σε τίποτα συγκεκριμένο. Ειδικά σε ότι αφορά την αναδιάρθρωση των πληρωμών εξυπηρέτησης του χρέους, αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο αυτή είτε να μη γίνει είτε να είναι περιορισμένη, αφού ο χρόνος επέκτασης των πληρωμών ορίζεται από 0 ως 15 χρόνια. Επί της ουσίας λοιπόν, για την ελάφρυνση χρέους η συμφωνία του Eurogroup λέει ότι όλα θα συζητηθούν στο τέλος του προγράμματος το καλοκαίρι του 2018, όπως ακριβώς έλεγε και η συμφωνία κλεισίματος τα πρώτης αξιολόγησης το Μάιο του 2016. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο το ΔΝΤ δεν συμμετέχει με χρηματοδότηση στο πρόγραμμα και η ΕΚΤ δεν μπορεί να εντάξει τα ελληνικά ομόλογα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης: στο θέμα το χρέους, δεν έχει σημειωθεί ουσιαστική πρόοδος.

Το μοναδικό νέο στοιχείο σε σχέση με τη συμφωνία του Μαΐου 2016 είναι η αναφορά στη δημιουργία ενός μηχανισμού που θα συνδέει την εξυπηρέτηση του χρέους με το ρυθμό ανάπτυξης, χωρίς όμως να προσδιορίζει τις λεπτομέρειες. Με την προϋπόθεση ότι η ελληνική κυβέρνηση προωθεί αποφασιστικά τις μεταρρυθμίσεις στη πλευρά της προσφοράς που είναι απαραίτητες για να αποκτήσει η ελληνική οικονομία μακροπρόθεσμα διατηρήσιμη αναπτυξιακή προοπτική, ένας τέτοιος μηχανισμός θα είναι χρήσιμος, αφού θα αυξήσει την προβλεψιμότητα των δανειακών αναγκών του ελληνικού δημοσίου, μειώνοντας έτσι τις πιθανότητες ενός πιστωτικού συμβάντος. Παράλληλα όμως, ο μηχανισμός, εάν σχεδιαστεί ελλιπώς, εμπεριέχει και ένα σημαντικό κίνδυνο: Στα χέρια μιας κυβέρνησης που λειτουργεί με βάση μυωπικές πολιτικές προτεραιότητες, η σύνδεση ανάπτυξης - ελάφρυνσης χρέους δημιουργεί ηθικό κίνδυνο στο πεδίο των μεταρρυθμίσεων. Με άλλα λόγια, μια κυβέρνηση που στηρίζεται πολιτικά σε ομάδες των οποίων τα προνόμια θίγονται από τις μεταρρυθμίσεις, μπορεί να ακυρώσει τις μεταρρυθμίσεις προκειμένου να διατηρήσει την δεξαμενή της πολιτικής της υποστήριξης, μεταφέροντας στο μέλλον το δημοσιονομικό κόστος της απωλειών ανάπτυξης που προκαλεί η πολιτική της. Μια τέτοια επιλογή θα είναι εις βάρος του μακροχρόνιου ρυθμού ανάπτυξης, της κοινωνικής πλειοψηφίας  που επωφελείται από τις μεταρρυθμίσεις, και των επόμενων γενεών, αυτό όμως δεν θα εμποδίσει μια κυβέρνηση που πολιτεύεται με χρονικό ορίζοντα λίγων μηνών να την επιλέξει. Για το λόγο αυτό, προκειμένου ο μηχανισμός να είναι επωφελής δημοσιονομικά, η ελάφρυνση χρέους, εάν εισαχθεί, πιθανότατα θα συνδεθεί όχι μόνο με το ρυθμό ανάπτυξης αλλά και διαθρωτικές μεταρρυθμίσεις που ευνοούν την ανάπτυξη.

Αυτό θα είναι ένα από τα πολλά προς συζήτηση θέματα όταν έρθει η ώρα λήψης των οριστικών αποφάσεων για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους. Με δεδομένο ότι η ελάφρυνση χρέους θα πάρει κυρίως τη μορφή της αναδιάρθρωσης πληρωμών, για να προσφέρει στην Ελλάδα σημαντική ελάφρυνση σε όρους παρούσας αξίας η αναδιάρθρωση πληρωμών πρέπει να εκτείνεται για πολλά χρόνια στο μέλλον (βλ. πρόσφατη έκθεση του Peterson Institute for International Economics). Αυτό σημαίνει ότι οι επίσημοι πιστωτές θα είναι για πολλά χρόνια εκτεθειμένοι στον ελληνικό πιστωτικό κίνδυνο. Προκειμένου να μειώσουν τον κίνδυνο αυτό, πιθανότητα θα συνδέσουν την ελάφρυνση χρέους με αποτελεσματικά σχήματα κινήτρων για την ελληνική κυβέρνηση που θα περιορίζουν την πιθανότητα απώλειας πλούτου για τους φορολογουμένους τους. Πιθανότατα λοιπόν, για να συμφωνηθεί η ελάφρυνση χρέους, η Ελλάδα θα βρεθεί ενώπιον ενός νέου πακέτου προαπαιτουμένων και ενός μηχανισμού σταδιακών μεταφορών πληρωμών που θα τελούν υπό την αίρεση προκαθορισμένων στόχων. Με αυτό το τρόπο, εμμέσως πλην σαφώς, οι επίσημοι πιστωτές θα χρηματοδοτούν τον ελληνικό προϋπολογισμό έναντι δεσμεύσεων πολιτικής από τη πλευρά της Ελλάδας. Σε αυτή την περίπτωση, η ελάφρυνση χρέους θα είναι ένα πρόγραμμα διαρκείας, αφού θα στηρίζεται στην αρχή χρηματοδότηση έναντι δεσμεύσεων. Αυτό είναι το αποτέλεσμα του εκτροχιασμού της ελληνικής οικονομίας το 2015, που σύμφωνα με μελέτες του ΔΝΤ και ανεξάρτητων οργανισμών, όπως το Ινστιτούτο Bruegel, μετέτρεψε το ελληνικό χρέος από οριακά βιώσιμο σε εξαιρετικά μη βιώσιμο. Η κληρονομιά του 2015 δεν είναι μόνο τα δεκάδες δισεκατομμύρια που δανείστηκε η χώρα αχρείαστα στα πλαίσια του τρίτου προγράμματος, τα capital controls και τρία χαμένα χρόνια οικονομικής στασιμότητας/οπισθοδρόμησης. Καθιστώντας την ελάφρυνση χρέους απαραίτητη, τα γεγονότα του 2015 στέρησαν από την Ελλάδα τη δυνατότητα να κάνει καθαρή έξοδο από το καθεστώς προγραμμάτων που πέτυχαν οι Ιρλανδία, Κύπρος και Πορτογαλία και τη δέσμευσαν σε καθεστώς προγράμματος για απροσδιόριστο διάστημα.

Συμπερασματικά, η συμφωνία του Eurogroup αποτελεί ένα ενδιάμεσο, μη καθοριστικό, και ακριβό για την Ελλάδα βήμα προς τη οριστική διευθέτηση του θέματος του ελληνικού χρέους που προβλέπεται μετά τις γερμανικές εκλογές, στο πρώτο εξάμηνο του 2018. ‘Όπως σωστά παρατήρησε σε ανάλυση του το πρακτορείο Bloomberg, η φετινή σεζόν του ελληνικού σίριαλ τελείωσε -  η συνέχεια με νέα επεισόδια θα δοθεί το 2018. 


Προσθήκη νέου σχολίου

CAPTCHA
Η ερώτηση αποσκοπεί στην πρόληψη αυτόματων υποβολών

Best of Internet